Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Πρωτοχρονιά 1968: Ο Γιάννης Ντεγιάννης θυμάται



Ερχόταν από παντού σα ζεστός ανασαμός η ψευδαίσθηση της ελευθερίας

Την Πρωτοχρονιά του 1968 βρέθηκα εκεί, στα Καλάβρυτα, υπηρετούσα από 20 μήνες πριν, Πρόεδρος Πρωτοδικών. Τα Καλάβρυτα ήταν ακόμα τότε μια μισορημαγμένη πολιτεία. Η μνήμη της καταστροφής της από τους Ναζί στις 13 του Δεκέμβρη του 1943 ήταν ακόμη ζεστή, τα χνάρια από τις πληγές της ακόμα φανερά.

Το καλοκαίρι η μικρή πολιτεία είναι χαρά Θεού. Νερά, πλατάνια κι αηδόνια συναγωνίζονται ποιο θα πει το καλλίτερο τραγούδι. Το χειμώνα αλλάζουν όλα όψη, φορούν σκληρό μακρόχρονο προσωπείο. Γύρω-τριγύρω ψηλά βουνά και η πολιτεία ―ένα μεγάλο μέρος της― μέσα στην ρεματιά, σαν καρύδι στο άνοιγμα του καρυοθραύστη. Ακόμα κι όταν έχει λιακάδα, το φως είναι με το δελτίο, από τις 10 το πρωί μέχρι τις 3 το απόγευμα. Ύστερα πέφτει

Μονομαχία

 


Βαγγέλης Στεργιόπουλος




Ο δικαστής και διανοούμενος Γιάννης Ντεγιάννης (1914-2006) ήταν ο πρόεδρος του Εφετείου Αθηνών που δίκασε τους πρωταιτίους του απριλιανού πραξικοπήματος για εσχάτη προδοσία και στάση

Μονομαχία

Στην πλατεία
κονταροχτυπήθηκαν
η Πίστη κι η Απιστία.
Έπεσε η μια νεκρή. Το σώμα της
απόμεινε στην άμμο, στο λιοπύρι,
απόμεινε στην καταφρόνια,
φοβέρα και διδαχή.

Όμως πληγώθηκε βαρειά κι η Πίστη

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2023

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ 2019

 


ΒΙΝΤΕΟ:ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΗΣ

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2023

Λάμαρη - Η Εγκατάσταση

 



Λάμαρη - Η Εγκατάσταση
 Του Δ. Κοκονού
Το τοπωνύμιο Λάμαρη απαντάται σε δύο σημαντικές περιοχές της Ελλάδας. Εκείνη που θα έπρεπε να αναφερθεί πρώτη είναι η περιοχή Λάμαρη που συναντούμε στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού Πρεβέζης και περιλαμβάνει 25 χωριά. Εκεί, κατά την αρχαιότητα, βρίσκονταν οι πόλεις Κασώπη και Νικόπολη. Στο ναό Αγίων Αποστόλων της Νικόπολης υπάρχει μια πέτρα όπου κατά την παράδοση κάθισε ο Απόστολος Παύλος. Η δεύτερη Λάμαρη, με την οποία θα ασχοληθούμε άμεσα, βρίσκεται στη βορεινή πλαγιά στη Δίρφη Ευβοίας.
Οι δύο ομώνυμες περιοχές συνδέονται ιστορικά, εφ’ όσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι Λαμαριώτες της Δίρφης προήλθαν από τη Λάμαρη Πρεβέζης κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Πρώτο πειστήριο, είναι φυσικά η κοινή ονομασία, που ίσως δηλώνει τη μετονομασία της εποικούμενης περιοχής από τους μετανάστες, ως σημείο νοσταλγίας της πρώτης τους πατρίδας. Τα υπόλοιπα στοιχεία που μας οδηγούν στο συμπέρασμα της κοινής ρίζας των Λαμαριωτών των δύο περιοχών είναι προτιμότερο να παρατεθούν εκτενέστερα. Το 1792 έγινε η δεύτερη μεγάλη εκστρατεία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων κατά της περιοχής των χωριών του Σουλίου που κράτησε – με μικρές διακοπές – περίπου 11 χρόνια. Το 1803 η προδοσία του Πήλιου Γούση, που οδήγησε τους Αλβανούς από δύσβατα μονοπάτια διευκόλυνε την κατάληψη του Σουλίου. Οι Σουλιώτες μετά από την τρίμηνη πολιορκία, δέχτηκαν τις προτάσεις του Αλή Πασά να αποχωρήσουν ελεύθεροι από τα πατρικά τους εδάφη. Η απόφαση επηρέασε τόσο τα χωριά του Παρασουλίου όσο και τα γειτονικά χωριά της περιοχής. Αξιοσημείωτος ήταν ο αριθμός του πληθυσμού που μετακινήθηκε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ανάμεσα σε αυτούς και πολλές οικογένειες Λαμαριωτών. Μερικές από αυτές τις οικογένειες βρέθηκαν στη Χαλκίδα. Μαρτυρίες λένε ότι εκεί συνάντησαν έναν συμπατριώτη τους που είχε το επάγγελμα του φορατσέρη (εισπράκτορας φόρων για τους Τούρκους). Εκείνος τους βοήθησε και τους σύστησε να προχωρήσουν προς τα ορεινά μέρη της Ευβοίας, όπου θα έβρισκαν κι άλλους συμπατριώτες τους. Έτσι, εννιά οικογένειες Λαμαριωτών έφτασαν στους πρόποδες της Δίρφης κοντά στη θέση της σημερινής Στενής, όπου βρήκαν απέραντα και δύσβατα δάση. Αφού έκριναν την περιοχή ακατάλληλη για εγκατάσταση, συνέχισαν την πορεία τους και βρέθηκαν στην περιοχή της σημερινής Λάμαρης, έναν τόπο που έμοιαζε με τον δικό τους κι επιπλέον ασφαλή, αφού ο τόπος ήταν «κρυμμένος» από πειρατές και Τούρκους. Οι Λαμαριώτες ήταν περίπου 50 άτομα (9 οικογένειες). Η κάθε οικογένεια διάλεξε το μέρος της εγκατάστασής της και διασκορπίστηκαν σε όλη την περιοχή. Τη μετακίνηση των οικογενειών μαρτυρούν, κατά κύριο λόγο, τα επώνυμά τους. Οι θέσεις της εγκατάστασής τους, είναι οι εξής: - Οι οικογένειες Τσάλλα και Ρίννη κατοίκησε στη σημερινή θέση του Αϊ Γιώργη. - Η οικογένεια Τέμπλα διέμεινε στην περιοχή, η οποία πήρε και το όνομά τους. - Η οικογένεια Γαβριήλ κατοίκησε στη θέση Φτεριέρη. - Η οικογένεια Τσώκου εγκαταστάθηκε στη μετέπειτα ομώνυμη τοποθεσία. - Η οικογένεια Σφύρλα έμεινε στη θέση Παλαιοκαλύβα (Βίγλα). - Η οικογένεια Σπυρίδων κατοίκησε στο Βάρκο. - Η οικογένεια Κοκονού βρέθηκε στο Αλωνάκι. - Η οικογένεια Τσικλιδή εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία Φασ(ου)λιά. Η ζωή στο νέο τόπο δεν ήταν εύκολη, όμως η επιβίωση ήταν εφικτή. Με την εκτροφή γιδοπροβάτων και την καλλιέργεια μικρών εκτάσεων, άντλησαν τους αναγκαίους πόρους, οργάνωσαν και σταδιακά βελτίωσαν τη ζωή τους. Με τον καιρό, έφραξαν τα χωράφια με πεζούλια (ξερολιθιές) για να συγκρατούν το χώμα και φύτεψαν αμπέλια, ελιές, συκιές και καρυδιές. Αν και δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την ακριβή χρονολογία, είναι γνωστό ότι κάποια στιγμή, οι οικογένειες συγκεντρώθηκαν σε ένα ενιαίο τόπο διαμονής. Στη συγκεκριμένη περιοχή, η βλάστηση έμοιαζε πολύ με αυτή του μέρους που νοσταλγούσαν, ήταν κατάφυτη από πουρνάρια, αριές, αρδαλινιές, κουμαριές, ρείκια, κισούρια, κέδρους και πεύκα. Εκεί έφτιαξαν το χωριό που βρίσκεται σε ορεινή θέση – 350 μ. υψόμετρο – στους πρόποδες των υψωμάτων Αφρόσι τα οποία μετονομάστηκαν σε Ζάλογγο και Αμάσι. Στον καινούριο τόπο διαμονής τους, το κλίμα ευνοεί τις συνθήκες διαβίωσης. Ανάμεσα στα δυο υψώματα δημιουργείται η θέση Διάσελο, όπου τις απογευματινές ώρες υπάρχει απόγεια αύρα (απόϊο) που μετατρέπει το καλοκαιρινό ξηρό κλίμα σε δροσερό κι ευχάριστο. Τα σπίτια τους χτίστηκαν με λειτουργική προοπτική παρόμοια με εκείνη των οχυρών, με παράθυρα μικρά ώστε να μην αποτελούν στόχο. Αργότερα το χωριό, λόγω της στρατηγικής του θέσης, έγινε καταφύγιο και για άλλους κατατρεγμένους Έλληνες. Οι οικογένειες Μπαλάκα, Μπουρίκα, Σταματούκου κι Αγραφιώτη ήρθαν κι έμειναν στην περιοχή. Ακολούθησαν κι άλλες. Την ίδια περίοδο ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην εν λόγω περιοχή κι οι οικογένειες Λάιου, Αλεξίου, Καμπούρη, Κορόζη, Μάντζαρη, Μπίρμπα, Ταυρή, Ζέρβα, Καρά, Τσαγκουλή, Στάμου, Μπροδήμου, Τσέργα, Ντρέκη και Τζαβάρα. Η πλειοψηφία των επιθέτων, υπάρχει μέχρι σήμερα στην περιοχή. Κάποια άλλα δε, χάθηκαν είτε λόγω περεταίρω μετακίνησης των οικογενειών, είτε λόγω αποκλειστικά θηλυκών απογόνων. Το γεγονός παραμένει ότι πολλά από τα επίθετα που διασώζονται στην περιοχή μας ταυτίζονται με αυτά της Λάμαρης, που βρίσκεται στο νομό Πρεβέζης. Λαϊκή ένδειξη είναι και το προσωνύμιο του παππού μου ως Τσαμούρης ή Σουλιώτης. Διρφυακά 2007